ΧΩΡΙΖΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ ΜΟΥ

ΧΩΡΙΖΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ ΜΟΥ

Γράφει η Νόνα Μπελίδου
Χωρίζω από τις στάχτες μου
Μάρτιος του 11’ κάπου στον Πειραιά.
Ένα σπίτι χαλασμένο από καιρό. Ένα σπίτι που κρυβότανε καλά για να μην πει αλήθειες που πονάνε. Αλήθειες που φοβάσαι ν’αντικρύσεις με γυμνό μάτι. Μια αποκάλυψη, ένα γράμμα πεταμένο κάτω από την πόρτα με μια παραδοχή που δεν ήθελε να με αντιμεπωπίσει κατά πρόσωπο.
Εγώ δεν ήμουν εκεί. Είχα βγει από τον εαυτό μου ή τουλάχιστον από αυτό που μέχρι τότε πίστευα ότι ήταν ο εαυτός μου. Είχα βγει και με κοιτούσα από ψηλά. Σαν να συνέβαιναν όλα αυτά σε κάποια άλλη. Συνέβαιναν όμως σε εμένα. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ, να το δω…ήταν άλλωστε πολύ νωρίς.
Μερικές βαλίτσες στην άκρη της πόρτας. Είναι σχεδόν φοβιστικό ότι όλη σου η ζωή μπορεί να χωράει σε λίγες βαλίτσες. Ένα παιδί γύρω στα 3 να μην πολυκαταλαβαίνει τι γίνεται και να με κοιτάει με τις ματάρες του ζητώντας απαντήσεις. Γιατί η μαμά κι ο μπαμπάς κλαίνε συνέχεια? Δεν τις είχα τις απαντήσεις, δεν τις ήξερα. Τι να του πω και πώς για να καταλάβει? Εδώ δεν καταλάβαινα εγώ.
Στον δρόμο για τον σταθμό Λαρίσσης ήμασταν πιο οικογένεια από ποτέ. Πώς γίνεται αυτό μην με ρωτάτε. Μάλλον λίγο πριν το τέλος επιστρατεύεις όλη σου την αγάπη για βοήθεια. Επιστρατεύεις ότι συναίσθημα σου έχει μείνει για βοήθεια.
Ο σταθμός μου έμοιαζε τεράστιος ακόμα και το τρένο. Τα είχα δει τόσες φορές κι όμως τώρα φάνταζαν στα μάτια μου όπως, μάλλον, φαντάζει ο κόσμος στα μάτια ενός μικρού παιδιού. 
Το κάθισμα του τραίνου.με κατάπινε. Το άφηνα να με καταπίνει. Ήθελα να χαθώ. Το μόνο μου σημείο επαφής με την πραγματικότητα ήταν το παιδί μου που έπρεπε να το προσέχω και να του απαντάω στις χιλιάδες ερωτήσεις που συνήθιζε να με βομβαρδίζει. Από το παράθυρο του τραίνου έβλεπα έναν άντρα να βάζει το χέρι στην καρδιά και να σχηματίζει με τα χείλια του «Σ’αγαπώ για πάντα». Τι να το κάνω? Αυτός ο άντρας μου ήταν άγνωστος. Τον έχασα κάπου στον χρόνο και στα λάθη. Τον κλείδωσα μέσα στις βαριές, μεσαιωνικές πόρτες της ψυχής μου. Δεν τον έβλεπα καλά. Στην αρχή νόμιζα ότι το παράθυρο ήταν θολό. Δεν ήταν όμως έτσι. Θολά ήταν τα μάτια μου. Θολά ήταν τα χρόνια μου που έζησα κοντά του.
Μετά από ένα ταξίδι πόνου και δημόσιου εξεφτελισμού έφτασα στην Θεσσαλονίκη. Ένιωθα...ή μάλλον δεν ένιωθα τίποτα.
Τις πρώτες μέρες ήμουν σαν τρελή. Είχα το βλέμμα της τρελής. Οι αδερφές μου είχαν τρομάξει. Πότε ούρλιαζα και πότε βυθιζόμουν σε σιωπές που τις φοβόμουν περισσότερο. Μισούσα έναν άνθρωπο και τον αγαπούσα ταυτοχρόνως. Είχαν καταρεύσει όλα ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα τότε. Αυτό βέβαια που είχε συμβεί στην πραγματικότητα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό...απλά...πενθούσα.
Γιατί συστήθηκα με τον χωρισμό μου? Γιατί εκείνη την ημέρα συστήθηκα κι εγώ σε μένα. Γιατί εκείνη την ημέρα ξαναγεννήθηκα. Παρέλαβα τον καινούριο μου εαυτό, που μέχρι τότε είχα καλά κοιμήσει και θυσιάσει στον βωμό της βολής και της επανάπαυσης, για να τον στήσω από την αρχή. Για να τον επαναφέρω στην ζωή. Στην κανονική ζωή. Εκεί έξω…στα δύσκολα. 
Τώρα 3 και κάτι χρόνια μετά σας λέω ότι ο χρόνος είναι γιατρός μόνο αν τον αφήσεις να σε γιατρέψει. Αν θες…. Ο Καζαντζάκης λέει ότι η πύλη του παραδείσου βρίσκεται στον πάτο της κόλασης και συμφωνεί κι ο Δάντης μερικούς αιώνες πριν. Το έκανα αυτό το ταξίδι και να για είμαι ειλικρινείς δεν ήταν και τόσο δυσάρεστο τελικά. Το έπαθλο αξίζει τον κόπο και σίγουρα δεν θα το πάρεις ποτέ αν δεν ξαναγεννηθείς από τις στάχτες σου!!!!!

Επαφή

Lady Story Tales

© 2014 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode